Καίγεται η Παναγία των Παρισίων!

Καθαρή Δευτέρα!

Σπύρος Βασιλείου,Το τραπέζι της Καθαρής Δευτέρας,1950, Λάδι σε ξύλο

ΚΟΥΛΟΥΜΑ (Πρωία, 8.3.1943)

–Μια φορά κι έναν καιρό η καθαυτό Απόκρια ήτανε η Καθαρή Δευτέρα. Γιορτή του υπαίθρου, όπως κι η Πρωτομαγιά. Και προ παντός λαϊκή. Σωστό πανηγύρι έξω στον ήλιο και στον αέρα, όπως ήτανε κι όλες οι γιορτές των αρχαίων. Μάταια η Απόκρια από δυο εβδομάδες προσπαθούσε να θορυβήσει. Μάταια οι μουτσούνες, τα ντόμινα, τα ξελαρυγγίσματα, οι ροκάνες, οι φούχτες τα κομφετί και οι σερπαντίνες προσπαθούσανε να παραστήσουνε τη διασκέδαση. Μάταια οι δημόσιοι χοροί των διαφόρων συλλόγων κι οι επιτροπές του Καρναβάλου με τα βραβεία τους προσπαθούσανε να φέρουν σε κλειστό χώρο ή να βγάλουν έξω στους δρόμους την ευθυμία και το πνεύμα. Έπρεπε να έρθει η Καθαρή Δευτέρα, για να βάλει τα πράματα τη θέση τους. Τότε μονάχα η κοινοτυπική κραυγή: «σε γνωρίσαμε!» μπορούσε να «απευθυνθεί» στην Ευθυμία. Γιατί μονάχα τότε τη γνωρίζαμε κατά πλάτος και κατά βάθος.

Η ευθυμία τότε δεν ήτανε φκιαχτή. Δεν ήτανε υπόθεση ομάδων και δρόμων. ΄Ητανε φυσικό κι αυθόρμητο ξέσπασμα του λαού στο ύπαιθρο: στεριά και περιγιάλια. Χωρίς μάσκες, χωρίς αλλαξίματα φορεσιάς ή φύλου, χωρίς προσπάθεια. Οι στήλες του Ολυμπίου Διός, τα Φάληρα, η Κολοκυθού ήσαν τα σπουδαιότερα σημεία της εξόδου. Αφού ο λαός επί δεκαπέντε μέρες προσπαθούσε να γελάσει και δεν τα κατάφερνε γιατί έβγαινε από τη φυσικότητά του και παράσταινε κάτι άλλο απ’ ό,τι πραγματικά είναι, άμα ξημέρωσε η Καθαρή Δευτέρα ξανάμπαινε στον όχτο του και ξανάβρισκε τον εαυτό του. Κι έτρεχε κοπαδιαστά στην εξοχή να ξεσκάσει από τη «βεβιασμένη», την «κατά συνθήκην» υποκρισία των ημερών της Αποκριάς.

Η μια μέρα άξιζε περισσότερο από τις δεκαπέντε. Και σε μια μέρα γλεντούσε περισσότερο από όσο σε δυο βδομάδες.

Τα Κούλουμα ανάγονται σε πολύ παλιά εποχή. Κι οι λαογράφοι την θεωρούν επιβίωση ειδωλολατρικής γιορτής. Πάντως, μονάχα οι ειδωλολάτρες ξέρανε να γιορτάζουν αληθινά. Κι αν δεν είναι σωστή η γνώμη των λαογράφων, πάντως είναι σωστή η γνώμη των ψυχολόγων, που θέλουνε να εξηγήσουνε τα Κούλουμα ως ανάγκη του ανθρώπου να επανέλθει ύστερα από μακρινή προσπάθεια τεχνητής ευθυμίας στην πραγματική, τη φυσική ευθυμία.

Πίπιζες, γκάιδες, νταούλια συνοδεύανε τα υπαίθρια γλέντια του λαού. Κυρίως οι στήλες του Ολυμπίου Διός ήσαν το σπουδαιότερο, γιατί ήσαν και το πρωταρχικό σημείον της εξόδου. Σκόρδα, βρεχτοκούκια, χαλβάδες και ταραμάδες, ελιές και τουρσιά και λαγάνες –μύριζε όλο το ύπαιθρο σαρακοστή κι όμως ήτανε Απόκρια. Γιατί ο κόσμος γλεντούσε. Έπινε, τραγουδούσε, χόρευε. Κι ο ήλιος, που αγαπά το λαό, έβαζε τα καλά του και φώτιζε και θέρμαινε τη γης.

Αν ήσαν πολλοί όσοι γλεντούσαν, ήσαν περισσότεροι όσοι βγαίνανε έξω για να ιδούνε τους άλλους να γλεντάνε. Και να διασκεδάζουνε βλέποντας. Παρ’ όλα τα αυστηρά ήθη του καιρού εκείνου, οι γυναίκες είχανε το πρόσταγμα. Αυτές στρώνανε το τραπέζι, αυτές κερνούσανε και χορεύανε πρώτες και καλύτερες. Ήτανε πραγματική ισότητα των φύλων, αν όχι αντιστροφή της ανισότητας.

Όλη η Αθήνα ήταν έξω την Καθαρή Δευτέρα. Τώρα είναι πολλά χρόνια που κι αυτό το πανηγύρι ξέφτισε. Κι ίσως στις επαρχίες να σώζεται ακόμα. Σήμερα στην πρωτεύουσα τα Κούλουμα χάσανε το λαϊκό τους χαραχτήρα κι από γιορτή του ύπαιθρου γενήκανε οικογενειακή συγκέντρωση και «πάρτι». Κι αντίς ν’ ακούς την πίπιζα και «της ακρίβειας τον καιρό», ακούς φωνόγραφο και το «λες και ήταν χτές»…

Τα κούλουμα! (χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη)

Ταυτότητα;

Photo: Phey Palma

Τοίχος Φωτιάς…!

Photo: Valerie Gache AFP – Getty Images

Μας έκαψες ό,τι είχαμε και δεν είχαμε. Ακόμη και τις ψυχές μας!

Photo: Τατιάνα Μπόλαρη – Eurokiniss, synFOTOGRAFIA

Σήμερα δεν ξημέρωσε απλά μία δύσκολη ημέρα. Το ξημέρωμα έφερε μαζί του τον χειρότερο εφιάλτη μου. Δε θα σου πω πως ξύπνησα και ήρθα αντιμέτωπη με αυτόν γιατί πολύ απλά δεν κοιμήθηκα ποτέ. Μα πώς θα ήταν δυνατόν άλλωστε να κλείσεις έστω και για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια σου όταν δε γνωρίζεις αν έχεις σπίτι, αν ζουν οι δικοί σου, αν σώθηκαν οι εκατοντάδες άνθρωποι που έπεσαν στη θάλασσα για να σωθούν.

ΚΑΠΟΙΟΣ αποφάσισε να μας καταστρέψει τις ζωές. ΚΑΠΟΙΟΣ θέλησε να δει εκατοντάδες ανθρώπους να προσπαθούν να σώσουν έστω και κάτι μικρό από την περιουσία τους. ΚΑΠΟΙΟΣ αποφάσισε να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή εκατοντάδων παιδιών. ΚΑΠΟΙΟΣ αποφάσισε πως δεν υπάρχει λόγος να υπάρχουν δέντρα. ΚΑΠΟΙΟΣ χθες το βράδυ έφερε τη συντέλεια σε υλικό και ψυχικό επίπεδο.

Ξέρεις τι είναι να μην μπορείς να φτάσεις στο σπίτι σου; Ξέρεις τι είναι να βλέπεις φλόγες και εσύ απλά να είσαι θεατής; Ξέρεις τι είναι να χάνεις τον μπαμπά σου μέσα στη φωτιά γιατί πολύ απλά είναι 60 ετών και έχει μοχθήσει για το σπίτι του; Έχεις ακούσει κραυγές των δικών σου ανθρώπων στο τηλέφωνο; Έχεις νιώσει στο πετσί σου τι σημαίνει το ρήμα ΚΑΙΓΟΜΑΙ; Δεν έχεις δει ΤΙΠΟΤΑ μάλλον για αυτό αποφάσισες να μας ΕΞΑΦΑΝΙΣΕΙΣ. Σε εσένα μιλάω, στον υπαίτιο.

Το χθεσινό βράδυ ήταν δύσκολο για όλους μας. Η φωτιά στο Νέο Βουτζά, το Μάτι και τη Ραφήνα έκαιγε από τις 18.00 περίπου το απόγευμα. Δεν πρόλαβα ποτέ να φτάσω σπίτι μου. Ήρθα απλά αντιμέτωπη με έναν δρόμο κλειστό και ένα μαύρο ουρανό από πάνω. Οι άνθρωποι έτρεχαν, η φωτιά άλλαζε κατεύθυνση, ο αέρας όλο και δυνάμωνε. Ξέρεις τι είναι να βλέπεις τις φλόγες και να μην μπορείς να κάνεις τίποτα; ΤΙΠΟΤΑΑΑΑΑΑΑΑΑ

Aυτό ακριβώς έζησα.

Ξαφνικά ο κόσμος στο Μάτι εγκλωβίστηκε και έτρεξε να σωθεί στη θάλασσα. Ξύπνα λίγο, ταρακούνησε το είναι σου και σκέψου πως είμαστε στο 2018. 23 Ιουλίου του 2018 πάνω από 400 άτομα ψάχνουν σωτηρία κολυμπώντας στη θάλασσα. Σε ποια εποχή ζούμε ρε γαμώτο;

Νόμιζες πως οι εικόνες του Τιτανικού υπάρχουν μόνο στο σινεμά; Και όμως ΟΧΙ. Τσίμπα λίγο το χεράκι σου και συνειδητοποίησε πως οι βάρκες που είδες χθες στην τηλεόραση δεν ήταν ταινία μικρού μήκους. Ήταν reality. Ήταν οι δικές μου χθεσινοβραδινές στιγμές. Τις είδα, έδωσα ρούχα μου σε αυτούς τους ανθρώπους που κολυμπούσαν πάνω από 4 ώρες για να σωθούν. ΕΣΥ που τα έκανες αυτά τι θα πεις στη μαμά μιας 14χρονης που πνίγηκε στα ανοιχτά της Ραφήνας; Χαίρεσαι πολύ για την έκταση που κάηκε και ίσως αγοράσεις σε λίγα χρόνια κοψοχρονιά; Καταλαβαίνεις τι έκανες; Πέθανε κόσμος. Το καταλαβαίνεις;

Μητέρες κοιτούσαν τις βάρκες του λιμενικού και προσπαθούσα να καταλάβουν αν είναι μέσα τα παιδιά τους. Νιώσε το λίγο. Ένα παιδάκι περίπου 6 χρονών, τυλιγμένο με αντρικά πουκάμισα απλά έλεγε πολύ σιγανά «μαμά μου μην κλαις, είμαστε στη στεριά». Tι να του πεις; Το πόσο άτυχο είναι που μεγαλώνει σε έναν τέτοιο απάνθρωπο κόσμο ενηλίκων; Ντράπηκα και απλά να το κοιτάξω. Ντράπηκα πολύ!

Η σημερινή μέρα είναι απλά ΜΑΥΡΗ. Δε νομίζω πως υπάρχει λόγος να σου γράψω κάτι για τις χαμένες περιουσίες. Απλά εσύ που με διαβάζεις βοήθησε με το δικό σου τρόπο. Ξέρω πως εσύ δεν είσαι σαν ΕΚΕΙΝΟΝ.

Καληνύχτα Ελλάδα του 2018.

Ερμιόνη Σαρρή

Εθνική Τραγωδία!

23 Ιουλίου 2018, Τεράστια Οδύνη – Ανείπωτη Τραγωδία

Σιωπή!

Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές…

Στον τροπικό του Καρκίνου.

Η φωτιά είχε για τα καλά ανάψει, οι πιο μεγάλοι από μας άρχισαν να κάνουν μεγάλους σάλτους πάνω από αυτήν, ενώ εμείς οι μικρότεροι δυσκολευόμασταν να πιστέψουμε, να εμπιστευτούμε, τα πόδια μας, να δώσουμε μια, να βγάλουμε φτερά, να την ξεπεράσουμε.
Το καλοκαίρι είναι του φτωχού και τη ζέστη την παλεύεις με το καυτό, μου το δίδαξαν στην έρημο, μέσα στη Σαχάρα εκεί όπου και οι πέτρες στενάζουν, αν σταθείς σιωπηλός ήρεμος θα νιώσεις τον καημό και την αντάρα τους.
Στέκομαι μακριά από την κάψα τους, ξένος, περαστικός ταξιδιώτης, δεν κατάφεραν, δεν το θέλησαν ποτέ, να με κάνουν ρυτίδα τους.
Στον Ιούνη τον Λαμπαδάρη, στη γιορτή του, τέτοιες μέρες στέκομαι στην φωτιά, που θεριεύει για χάρη του. Είναι το έθιμο παλιό, είναι που το προγραμμένο μήνυμα στα κύτταρα μας εξακολουθεί να φωτίζει το δρόμο μας και άθελα του μάς δείχνει την πορεία.
Την παραμονή της γιορτής του Άι Γιάννη, σαν σήμερα, ανάβουν φωτιές, μεγάλες, στις φτωχογειτονιές του Πειραιά, στα Λεμονάδικα, εκεί που και ο Βαμβακάρη υμνούσε τον έρωτα και παθιαζόταν με τους στίχους, οι γείτονες από νωρίς τριγυρνούσαν μαζεύοντας τα πιτσιρίκια στη σειρά.
Τα ξύλα στοίβες, ψιθύριζαν, ετοίμαζαν μεγάλο πανηγύρι θα εξοριζόταν πάλι το κακό που δε μας άφησε ποτέ σε ησυχία, μας προκαλούσε άλλοτε με μάτια κι άλλοτε έχοντας πόδια λάγνα και τρυφερά.
Έθιμα που για μια στιγμή έλεγες πως έσβησαν, πήραν το δρόμο των παλιών Θεών και στάθηκαν στη πίσω όψη ενός ξεχασμένου παιδικού βιβλίου, της μικρής ανιστόριτης νιότης μας.
Φαίνεται πως ο προγνωστικός ήχος, ο Κλήδονας* της μέρας, είναι ο ήχος που μετασχηματίζεται, μέσα από τη βίαιη αλλαγή, το ξύλο, που δίνει θερμότητα ζεσταίνει τις από καιρό κρύες καρδιές, μας καλεί να κάψουμε το από καιρό τελειωμένο, άχρηστο κομμάτι μας.
Μέσα στην έρημο το καυτό θεόγλυκο τσάι είναι που ξεδιψά, ούτε σκέψη για το παγωμένο, μέσα στην άνυδρη από συναισθήματα μα και παρορμήσεις πόλη, είναι η συνεύρεση, το κοινό και πιθανά ανόητο νοιάξιμο που ανοίγει τα κουτσουρεμένα φτερά μας. Ξανακάνει, ξαναγεννά ανθρώπους, εκείνα τα μοιραία θηλαστικά που ξέφυγαν από την κιβωτό και το πάλεψαν μάταια μοναχά τους.

* κληδών: αρχική σημασία “προμήνυμα”. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση οι ανύπαντρες κοπέλες μαντεύουν το όνομα του μελλοντικού συζύγου. Για ψέματα και υπερβολές χρησιμοποιείται και η φράση “αυτά τα λένε στον κλήδονα”

Μανώλης Δημελλάς, Εικονολήπτης Επικαίρων – Συγγραφέας

via: εάν, (ένθετο του 24grammata.com)

Δείτε:

Γάτες!

Mimi Vang Olsen «Cats«

Τα ζώα είναι αυτά που είναι:
Καθαρή φύση. Τίμια κοιτάνε,
κατάματα. Ο άνθρωπος, έξω απ’ τη φύση,
αναζητά.
Το ζώο είναι. Ο άνθρωπος γίνεται. Αν μπορεί.
Πρόσεξε αυτόν που δεν αγαπά τα ζώα.
Η ανθρωπιά του αδύναμη. Το ζώο μέσα του
αντιδρά. Πρόσεξε αυτόν
που δεν αγαπά τις γάτες. Κάπου
φοβάται. Κάπου τρέμει. Κάπου, κρύβεται.
Ο Χίτλερ μισούσε τις γάτες. Κι ο Καίσαρας. Κι ο Ναπολέων.
Όλοι οι τύραννοι. Οι δικτάτορες. Οι κήνσορες.
Βλέπουν στις γάτες τα όρια της δύναμής τους.
Γάτα στο τσίρκο; Ποτέ! Αδιαμαρτύρητα πεθαίνουν
αλλά δε δαμάζονται. Η πιο ανθρώπινη αρετή
φωλιάζει στις γάτες.

Ν. Δήμου από το Βιβλίο των γάτων (1977)

Ο χαρταετός!

gikas_xartaetosΝίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας – «Χαρταετοί στην Ακρόπολη»

[…] Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγκοι ν” ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -ήτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ” Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια.

Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Μεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας.
Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μένει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ΄από τόσο τράβηγμα στα ύψη.

Και όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορονίζανε ψηλά. Θα μου πεις, κι εδώ, την Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Είδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν” αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Εκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό.

Αυτά είχα να σου πω. Ήτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν” ανεβαίνει στα ουράνια. Να, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισμα, που ο άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Χριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας μια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Κάτι τέτοιο ήτανε.[…]

Κοσμάς Πολίτης, «Στου Χατζηφράγου»

Κάθε χρόνο τον Σεπτέμβρη σαν ανοίγουν τα σχολεία…!

Σχολείο (αβγοτέμπερα και μολύβι), Φωτεινή Στεφανίδη

Κάθε χρόνο τον Σεπτέμβρη σαν ανοίγουν τα σχολεία,
Στις συνοικίες οι γυναίκες μπαίνουν στα χαρτοπωλεία.
Και αγοράζουν σχολικά βιβλία και…
τετράδια για τα παιδιά τους.
Απελπισμένες ψάχνουν στα τριμμένα τσαντάκια τους
και την τελευταία δεκάρα,
όλο παράπονο
που η γνώση είναι τόσο ακριβή.
Κι όμως μήτε που υποπτεύονται
Πόσο κακή είναι η γνώση
Που προορίζεται για τα παιδιά τους

(Μπέρτολτ Μπρεχτ, «76 ΠΟΙΗΜΑΤΑ», μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη, εκδόσεις «Θεμέλιο»)

Καλή Πρωτομαγιά!

Πρωτομαγιά, Σωτήρης Ζήσης, Λαϊκός Ζωγράφος

Έλα στο κεφάλι το ξανθό
Να σου βάλω τ’ όμορφο στεφάνι
Που για σε όλη νύχτα το’ χω κάνει,
Να στολίσω μ’ άνθια τον ανθό.

Ιδέ το! τι ωραία που θα πάει
Του ξανθόχλωμού σου κεφαλιού!
Από τα υστερνά είναι του Απριλιού
Κι απ’ τα πρώτα λούλουδα του Μάη.

Κι έτσι με τα ρόδα στα μαλλιά
Κι έτσι στα ολόλευκα ντυμένη,
Να θαρρώ πως σφίγγω αναστημένη
Την Πρωτομαγιά στην αγκαλιά!

ΠρωτομαγιάΠέτρος Βασιλικός (Κώστας Χατζόπουλος)

Δείτε:

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)